χασμουρητό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χασμουρητό χασμουρητά
γενική χασμουρητού χασμουρητών
αιτιατική χασμουρητό χασμουρητά
κλητική χασμουρητό χασμουρητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χασμουρητό < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /xa.zmu.ɾi.ˈtɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χασμουρητό ουδέτερο

  • πλατύ άνοιγμα του στόματος με εισπνοή που ακολουθείται από εκπνοή και χαρακτηριστικό ήχο, λόγω κούρασης ή νύστας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]