χαστούκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαστούκι τα χαστούκια
      γενική του χαστουκιού των χαστουκιών
    αιτιατική το χαστούκι τα χαστούκια
     κλητική χαστούκι χαστούκια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαστούκι < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.ˈstu.ci/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαστούκι ουδέτερο

  1. χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού
  2. (μεταφορικά) λόγος ή πράξη που ταπεινώνει ή εξευτελίζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]