χαϊδεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαϊδεμένος χαϊδεμένη χαϊδεμένο
γενική χαϊδεμένου χαϊδεμένης χαϊδεμένου
αιτιατική χαϊδεμένο χαϊδεμένη χαϊδεμένο
κλητική χαϊδεμένε χαϊδεμένη χαϊδεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαϊδεμένοι χαϊδεμένες χαϊδεμένα
γενική χαϊδεμένων χαϊδεμένων χαϊδεμένων
αιτιατική χαϊδεμένους χαϊδεμένες χαϊδεμένα
κλητική χαϊδεμένοι χαϊδεμένες χαϊδεμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαϊδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του χαϊδεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa͜i.ðɛ.ˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χαϊδεμένος, -η, -ο

  1. που τον αγαπούν πολύ και του κάνουν όλα τα χατίρια

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]