χαϊμαλί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαϊμαλί χαϊμαλιά
γενική χαϊμαλιού χαϊμαλιών
αιτιατική χαϊμαλί χαϊμαλιά
κλητική χαϊμαλί χαϊμαλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαϊμαλί < τουρκική hamaylı < αραβική حمائل (hamail)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαϊμαλί ουδέτερο

(λαϊκότροπο)
  1. φυλαχτό (που συνήθως το κρεμάμε στο λαιμό)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:δείτε τη λέξη: φυλαχτό
  2. (συνήθως στον πληθυντικό και με ειρωνική διάθεση: χαϊμαλιά) φανταχτερό στολίδι ή κόσμημα άκομψο και αταίριαστο που κρεμιέται από τον λαιμό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]