χαϊμαλί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαϊμαλί τα χαϊμαλιά
      γενική του χαϊμαλιού των χαϊμαλιών
    αιτιατική το χαϊμαλί τα χαϊμαλιά
     κλητική χαϊμαλί χαϊμαλιά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαϊμαλί < τουρκική hamaylı < αραβική حمائل (hamail)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαϊμαλί ουδέτερο

(λαϊκότροπο)
  1. φυλαχτό (που συνήθως το κρεμάμε στο λαιμό)
     συνώνυμα:δείτε τη λέξη φυλαχτό
  2. (συνήθως στον πληθυντικό και με ειρωνική διάθεση: χαϊμαλιά) φανταχτερό στολίδι ή κόσμημα άκομψο και αταίριαστο που κρεμιέται από τον λαιμό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]