χείλη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈçi.li/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χεί‐λη
- ομόηχο: χείλι
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]χείλη ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείλος
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]χείλη ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεῖλος