Μετάβαση στο περιεχόμενο

χείλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χεῖλος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χείλος τα χείλη
      γενική του χείλους των χειλέων
    αιτιατική το χείλος τα χείλη
     κλητική χείλος χείλη
Δείτε και το χείλι, τα χείλια.
Κατηγορία όπως «άνθος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
χείλη

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χείλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χεῖλος. Παραβάλετε χείλι και αχείλι.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈçi.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χείλος
τονικά παρώνυμα: χυλός, χηλός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χείλος ουδέτερο

  1. (ανατομία) καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα
      19ος/20ός αιώνας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, αρχική έκδοση: 1920.
    Ἐπρόσεχαν κʼ οἱ δύο πῶς ἔπαιρνε ἄταχτα τὴν πνοή της, κάθε μορφασμὸ πὤκαναν τὰ φρυμένα χείλη της, κάθε κίνημα τοῦ λαρυγγιοῦ της, κάθε μικρὸ ἀνοιγόκλεισμα τοῦ ματιοῦ της, προσμένοντας κʼ οἱ δύο τὸ γλήγορο τέλος της.
      2024 Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25
    Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια.
    παράδειγμα προκλητικά χείλη, το άνω χείλος
  2. η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
    παράδειγμα τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου
  3. (μεταφορικά) το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια
    παράδειγμα τα χείλη του ποτηριού
    παράδειγμα στο χείλος του γκρεμού

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]