χείλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : χεῖλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χείλος χείλη
γενική χείλους χειλέων
αιτιατική χείλος χείλη
κλητική χείλος χείλη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χείλος < (λόγιο) < αρχαία ελληνική χεῖλος (Δείτε και χείλι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈçi.lɔs/
Παρώνυμο: χυλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χείλος ουδέτερο (γεν. χείλους, πληθ. χείλη, γεν.πλ. χειλέων· χρησιμοποιούνται επίσης και οι τύποι χείλια και χειλιών, από το χείλι)

  1. καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα. Διακρίνονται σε άνω και κάτω
    προκλητικά χείλη, δαγκώνει το άνω χείλος, όταν αγχώνεται
  2. η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
    τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου
  3. (μεταφορικά): το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια
    τα χείλη του ποτηριού
  4. στο χείλος του γκρεμού: στα πρόθυρα της καταστροφής

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις με τη λέξη χείλος

Εκφράσεις με τη λέξη χείλι

Εκφράσεις με τη λέξη χείλια ή χείλη

Συνήθως με τη λέξη χείλη

Με τη λέξη χείλη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]