χείλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χείλος < αρχαία ελληνική χεῖλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χείλος ουδέτερο (γεν. χείλους, πληθ. χείλη, γεν.πλ. χειλέων· χρησιμοποιούνται επίσης και οι τύποι χείλια και χειλιών, από το χείλι)

  1. καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα. Διακρίνονται σε άνω και κάτω
    προκλητικά χείλη, δαγκώνει το άνω χείλος, όταν αγχώνεται
  2. η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
    τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου
  3. (μεταφορικά): το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια
    τα χείλη του ποτηριού
  4. στο χείλος του γκρεμού: στα πρόθυρα της καταστροφής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]