χείλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χείλος | τα | χείλη |
| γενική | του | χείλους | των | χειλέων |
| αιτιατική | το | χείλος | τα | χείλη |
| κλητική | χείλος | χείλη | ||
| Δείτε και το χείλι, τα χείλια. | ||||
| Κατηγορία όπως «άνθος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χείλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χεῖλος. Παραβάλετε χείλι και αχείλι.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈçi.los/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χεί‐λος
- τονικά παρώνυμα: χυλός, χηλός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χείλος ουδέτερο
- (ανατομία) καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα
προκλητικά χείλη, το άνω χείλος- ※ 2024 Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25
- Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια.
- η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου
- (μεταφορικά) το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια
τα χείλη του ποτηριού
στο χείλος του γκρεμού
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- αχειλία
- άχειλος
- διχειλικός (γραμματική, φωνητική)
- δίχειλος (βοτανική)
- επιχείλιος (ιατρική)
- λαγωχειλία (ιατρική)
- ξεχειλίζω
- ξεχείλισμα
- ξέχειλος
- ξεχείλωμα
- ξεχειλώνω
- υπερεκχείλιση
- υπερχειλίζω
- Χειλανθή (ταξινομία, βοτανική)
- χειλεανάγνωση
- χειλεοπλαστική
- χειλοδοντικός (γραμματική, φωνητική)
- χειλοϋπερωικός (γραμματική, φωνητική)
- -χειλο Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -χειλο στο Βικιλεξικό
- Όροι με χειλο — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
χείλος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χείλος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- χείλος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χείλος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άνθος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)