χείμαρρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χείμαρρος χείμαρροι
γενική χειμάρρου
& χείμαρρου
χειμάρρων
& χείμαρρων
αιτιατική χείμαρρο χειμάρρους
& χείμαρρους
κλητική χείμαρρε χείμαρροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χείμαρρος < αρχαία ελληνική χειμάρροος < χειμών + ροή < ρέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χείμαρρος αρσενικό

  1. ποταμός που ρέει μόνο το χειμώνα ή που πάντως δημιουργείται μετά από βροχή ή από λιώσιμο των χιονιών και του πάγου
  2. η ακατάσχετη και ορμητική ομιλία αλλά και γενικά η παρόμοια ιδιοσυγκρασία -δεν συνδέεται ετυμολογικά και ενοιολογικά με την χίμαιρα
    Ήταν χείμαρρος. Δεν προλάβαινες να τον διακόψεις για να αρθρώσεις ούτε λέξη!
    Αυτή η γυναίκα είναι χείμαρρος (ορμάει σε ένα χώρο και επιβάλλεται με την παρουσία της, το λόγο της, το ασυγκράτητο ταμπεραμέντο της)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]