χειμάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειμάζομαι < αρχαία ελληνική χειμάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

χειμάζομαι

  1. (λόγιο) δοκιμάζομαι, ταλαιπωρούμαι, υποφέρω


Μεταφράσεις[επεξεργασία]