χειμαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειμαίνω < χεῖμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειμαίνω

  1. προκαλώ τρικυμία, είμαι τρικυμιώδης
    θάλασσα . . ἄγρια χειμήνασα (τρικυμιώδης
  2. (μεταφορικά) ταράζω, φέρνω δυστυχία
    φόβῳ κεχείμανται φρένες (ο νους τρικυμιάζει από το φόβο)
    χειμαίνει ὁ χειμαζόμενος (:ο δυστυχισμένος προκαλεί και στους άλλους δυστυχία)

Συνώνυμα[επεξεργασία]