χειμωνόκιρκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χειμωνόκιρκος < χειμών(ας) + -ό- + κίρκος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χειμωνόκιρκος αρσενικό
- (πτηνό) είδος πουλιού
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χειμωνόκιρκος
|
|