χειμών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χειμών οἱ χειμῶνες
      γενική τοῦ χειμῶνος τῶν χειμώνων
      δοτική τῷ χειμῶν τοῖς χειμῶσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν χειμῶν τοὺς χειμῶνᾰς
     κλητική ! χειμών χειμῶνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χειμῶνε
γεν-δοτ τοῖν  χειμώνοιν
3η κλίση, ομάδα '-νος μονόθεμα 1', Κατηγορία όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειμών < χεῖμα < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰeym-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειμών αρσενικό

  1. (εποχή) χειμώνας, ως εποχή
    χειμῶνος ὥρᾳ
  2. κακοκαιρία, χειμωνιάτικος καιρός ανεξαρτήτως εποχής
  3. τρικυμία στη θάλασσα
  4. (μεταφορικά) βαρύ πλήγμα, συμφορά
    θεόσσυτον χειμῶνα  : καταιγίδα από συμφορές, σταλμένη από το θεό (Αισχύλος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]