χειμών

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειμών < αρχαία ελληνική χειμών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειμών αρσενικό


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χειμών χειμῶνε χειμῶνες
Γενική χειμῶνος χειμώνοιν χειμώνων
Δοτική χειμῶνι χειμώνοιν χειμῶσι(ν)
Αιτιατική χειμῶνα χειμῶνε χειμῶνας
Κλητική χειμών χειμῶνε χειμῶνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειμών < χεῖμα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰeym-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειμών αρσενικό

  1. χειμώνας, ως εποχή
    χειμῶνος ὥρᾳ
  2. κακοκαιρία, χειμωνιάτικος καιρός ανεξαρτήτως εποχής
  3. τρικυμία στη θάλασσα
  4. (μεταφορικά) βαρύ πλήγμα, συμφορά
    θεόσσυτον χειμῶνα  : καταιγίδα από συμφορές, σταλμένη από το θεό (Αισχύλος)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]