χειρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρίζω < χείρ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χειρίζω (μέλλοντας: χειριῶ)
  • "παῦσαι" φησὶ "Φαινέα, ληρῶν: ἐγὼ γὰρ οὕτως χειριῶ τὰς διαλύσεις ὥστε μηδὲ βουληθέντα τὸν Φίλιππον ἀδικεῖν δύνασθαι...": <Ο Τίτος> είπε "Πάψε Φηνέα, και θα κανονίσω εγώ τους όρους της ειρήνης έτσι που ο Φίλιππος και να το' θελε, δεν θα μπορούσε να αδικήσει... (Πολύβιος)


Σύνθετα[επεξεργασία]