χειραπτάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειραπτάζω < χείρ και ἅπτω


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χειραπτάζω θηλυκό

...οὐδὲ ψαῦσαι ἔξεστι αὐτοῦ ἄλλον οὐδένα οὔτε τῶν προσηκόντων οὔτε τῶν φίλων, ἀλλά μιν αἱ ἱρέες αὐτοὶ τοῦ Νείλου ἅτε πλέον τι ἢ ἀνθρώπου νεκρὸν χειραπτάζοντες θάπτουσι. (δεν κάνει να τον αγγίξουν ούτε οι συγγενείς ούτε οι φίλοι, αλλά το σώμα του θεωρείται κάτι περισσότερο από ανθρώπινο και το αγγίζουν και το θάβουν οι ιερείς του Νείλου οι ίδιοι)


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]