χειραψία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειραψία χειραψίες
γενική χειραψίας χειραψιών
αιτιατική χειραψία χειραψίες
κλητική χειραψία χειραψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειραψία < ελληνιστική κοινή χειραψία (πάλη αλλά και εντριβή) < αρχαία ελληνική χειραψία (πάλη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειραψία θηλυκό

  1. το δόσιμο των χεριών σε συναντήσεις, το άγγιγμα και σφιχτό ή χλιαρό πιάσιμο του χεριού του ενός από το χέρι του άλλου, όταν αγγίζουν οι παλάμες και κάπως σφίγγονται τα χέρια
    θερμή χειραψία, ψυχρή χειραψία, τυπική χειραψία, φιλική χειραψία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειραπτάζω < χειραπτάζω < χείρ και ἅπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χειραψία θηλυκό

  1. η στενή επαφή των παλαιστών που "έρχονται στα χέρια"
  2. η λαβή με την οποία ο παλαιστής προσπαθεί να ανατρέψει τον αντίπαλό του
  3. η μάχη "σώμα με σώμα"
    χειραψίαι' καὶ πεζῶν καὶ ἱππέων
  4. εντριβή, ήπιο μασάζ στη διάρκεια επέμβασης (από τους ελληνιστικούς και κυρίως τους χριστιανικούς χρόνους και μετά)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]