χειροβομβίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χειροβομβίδα οι χειροβομβίδες
      γενική της χειροβομβίδας των χειροβομβίδων
    αιτιατική τη χειροβομβίδα τις χειροβομβίδες
     κλητική χειροβομβίδα χειροβομβίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειροβομβίδα < χειρο- + καθαρεύουσα βομβίς > βομβίδα, (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Handgranate[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειροβομβίδα θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]