χειροδράκων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειροδράκων < χείρ και δράκων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειροδράκων αρσενικό
  • εκείνος που έχει αντί για χέρια φίδια ή δράκους ή που έχει χέρια σαν του δράκοντα
  • δεινὸν γὰρ ἴχνος βάλλουσ᾽ ἐπὶ σοὶ χειροδράκοντες χρῶτα κελαιναί, δεινῶν ὀδυνῶν καρπὸν ἔχουσαι(Ηλέκτρα του Ευριπίδη)