χειροκίνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική χειροκίνητος χειροκίνητη χειροκίνητο
γενική χειροκίνητου χειροκίνητης χειροκίνητου
αιτιατική χειροκίνητο χειροκίνητη χειροκίνητο
κλητική χειροκίνητε χειροκίνητη χειροκίνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χειροκίνητοι χειροκίνητες χειροκίνητα
γενική χειροκίνητων χειροκίνητων χειροκίνητων
αιτιατική χειροκίνητους χειροκίνητες χειροκίνητα
κλητική χειροκίνητοι χειροκίνητες χειροκίνητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χειροκίνητος < χειρο- + -κίνητος < χείρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.ˈci.ni.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

χειροκίνητος, -η, -ο

  1. που τίθεται σε κίνηση με το χέρι


32πχ Μεταφράσεις[]