χειρομάντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρομάντης < χειρ + μάντης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρομάντης αρσενικό

  1. άτομο το οποίο μαντεύει παρατηρώντας τις γραμμές στο χέρι μας.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]