χειρονομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χειρονομία οι χειρονομίες
      γενική της χειρονομίας των χειρονομιών
    αιτιατική τη χειρονομία τις χειρονομίες
     κλητική χειρονομία χειρονομίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρονομία < αρχαία ελληνική χειρονομία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.nɔ.ˈmi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρονομία θηλυκό

  1. εκφραστική κίνηση των χεριών
  2. άσεμνη κίνηση
  3. (μεταφορικά) ενέργεια που γίνεται για να εκφράσει ένα συναίσθημα
    πολύ ευγενική χειρονομία να σου προσφέρει λουλούδια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]