Μετάβαση στο περιεχόμενο

χειρονομία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χειρονομία οι χειρονομίες
      γενική της χειρονομίας των χειρονομιών
    αιτιατική τη χειρονομία τις χειρονομίες
     κλητική χειρονομία χειρονομίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χειρονομία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χειρονομία[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /çi.ɾo.noˈmi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χειρονομία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χειρονομία θηλυκό

  1. εκφραστική κίνηση των χεριών
  2. άσεμνη κίνηση
      Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)
  3. (μεταφορικά) ενέργεια που γίνεται για να εκφράσει ένα συναίσθημα
    πολύ ευγενική χειρονομία να σου προσφέρει λουλούδια

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα