χειροτονία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειροτονία χειροτονίες
γενική χειροτονίας χειροτονιών
αιτιατική χειροτονία χειροτονίες
κλητική χειροτονία χειροτονίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειροτονία < αρχαία ελληνική χειροτονία < χειροτονέω / χειροτονῶ < χείρ + τείνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.tɔ.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειροτονία θηλυκό

  1. (θρησκεία) τελετή κατά την οποία κάποιος γίνεται κληρικός (ή λαμβάνει μεγαλύτερο βαθμό ιεροσύνης)
  2. (μεταφορικά) (σκωπτικά) ξυλοδαρμός

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χειροτονία χειροτονία χειροτονίαι
Γενική χειροτονίας χειροτονίαιν χειροτονιῶν
Δοτική χειροτονί χειροτονίαιν χειροτονίαις
Αιτιατική χειροτονίαν χειροτονία χειροτονίας
Κλητική χειροτονία χειροτονία χειροτονίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειροτονία < χειροτονέω / χειροτονῶ < χείρ + τείνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειροτονία θηλυκό
  1. ανάταση της χειρός
  2. (κατ’ επέκταση) ψηφοφορία
  3. (κατ’ επέκταση) εκλογή
  4. (κατ’ επέκταση) ψήφος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]