χειρουργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειρουργός χειρουργοί
γενική χειρουργού χειρουργών
αιτιατική χειρουργό χειρουργούς
κλητική χειρουργέ χειρουργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρουργός < ελληνιστική κοινή (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική χειρουργός < χείρ + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρουργός αρσενικό ή θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]


Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρουργός < χείρ και ἔργον


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρουργός αρσενικό
  1. αυτός που εργάζεται με τα χέρια του, κάνει κάτι με τα ίδια του τα χέρια
    χειρουργός προς την γραφικήν
  2. φονιάς, που σκοτώνει κάπoιον κυριολεκτικά ή μεταφορικά με τα χέρια του, ο αυτουργός
  3. χειρουργός, γιατρός
    Ἐὰν δὲ ὁ τοῦ Ἑρμοῦ καὶ ὁ τοῦ Ἄρεως ἅμα τὴν κυρίαν λάβωσι τῆς πράξεως, ποιοῦσιν ἀνδριαντοποιούς, ὁπλουργούς,... παλαιστάς, ἰατρούς, χειρουργούς, κατηγόρους, μοιχικούς, κακοπράγμονας, πλαστογράφους : όταν έχουν κυρίαρχες θέσεις στις ενέργειες ο Ερμής και ο Άρης, τότε δημιουργούν γλύπτες, οπλουργούς,... παλαιστές, γιατρούς, χειρουργούς, εισαγγελείς, άτομα που αποπλανούν ερωτικά, με προδιάθεση στο κακό, πλαστογράφους (Τετράβιβλος, 180, στο 4ο βιβλίο, Πτολεμαίος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]