χειρούργος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειρούργος χειρούργοι
γενική χειρούργου χειρούργων
αιτιατική χειρούργο χειρούργους
κλητική χειρούργε χειρούργοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρούργος < ιταλική chirurgo < υστερολατινική chirurgus (προφέρεται kʰiːˈrʊr.ɡʊs) < ελληνιστική κοινή χειρουργός (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική χείρ + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρούργος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ιατρική) άλλη μορφή του χειρουργός
  2. ψάρι acanthurus monrovirae