χειρόπτερα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]χειρόπτερα ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρόπτερο: που ανήκουν στα Χειρόπτερα
χειρόπτερα ουδέτερο