χειρόω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρόω < αβέβαιης ετυμ. ίσως χείρ ή χέρης


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χειρόω-χειρῶ (χειρόομαι-χειροῦμαι)
  1. υποτάσσω, ελέγχω, κατακτώ
    '... ὥστε εἰ μὴ καὶ ἁθρόοι... ἀμυνούμεθα αὐτούς, δίχα γε ὄντας ἡμᾶς ἀπόνως χειρώσονται.: ώστε αν δεν αμυνθούμε ενωμένοι, διαιρεμένους θα μας κατακτήσουν εύκολα
  2. βάζω κάποιον στο χέρι, τον κάνω υποχείριο δίζως άσκηση βίας, τον ελέγχω με άλλους τρόπους
    χειρώσεται λόγοις, δι᾽ ἡδονῆς, διὰ τῆς κολακείας
  3. αιχμαλωτίζω
    κεχειρωμένας ἄγεσθαι