Μετάβαση στο περιεχόμενο

χελιδόνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χελιδόνι τα χελιδόνια
      γενική του χελιδονιού των χελιδονιών
    αιτιατική το χελιδόνι τα χελιδόνια
     κλητική χελιδόνι χελιδόνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα χελιδόνι (Hirundo daurica)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χελιδόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χελιδόνιν < ελληνιστική κοινή χελιδόνιον < αρχαία ελληνική χελιδών θηλυκό.[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /çe.liˈðo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χελιδόνι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χελιδόνι ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χελιδόνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. χελιδόνι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

χελιδόνι θηλυκό