χελιδόνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χελιδόνι | τα | χελιδόνια |
| γενική | του | χελιδονιού | των | χελιδονιών |
| αιτιατική | το | χελιδόνι | τα | χελιδόνια |
| κλητική | χελιδόνι | χελιδόνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χελιδόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χελιδόνιν < ελληνιστική κοινή χελιδόνιον < αρχαία ελληνική χελιδών θηλυκό.[1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /çe.liˈðo.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χε‐λι‐δό‐νι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χελιδόνι ουδέτερο
- (ορνιθολογία, πτηνό) μικρό εντομοφάγο αποδημητικό πτηνό (Hirundo rustica) με μέλαινα ράχη και λευκή κοιλιά, μακριές μυτερές φτερούγες και διχαλωτή ουρά, του οποίου η έλευση σε κάποιον τόπο προαγγέλλει την άνοιξη
- ※ 1890 Γεράσιμος Μαρκοράς, Χελιδόνια
- Ἄχ! τὸ θεόρατο βουνὸ | γιατὶ δὲ χαμηλόνει; | Χριστέ μου, ἂν ἦταν βολετὸ | νὰ δώσω μία νὰ τὸ διαβῶ | σὰν ἕνα χελιδόνι!
- ※ 1890 Γεράσιμος Μαρκοράς, Χελιδόνια
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παροιμίες
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χελιδόνι
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χελιδόνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ χελιδόνι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]χελιδόνι θηλυκό
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ορνιθολογία (νέα ελληνικά)
- Πτηνά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)