χεριάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χεριάζω < μεσαιωνική ελληνική

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χεριάζω

  1. χτυπώ κάποιον με τα χέρια μου, καταχεριάζω και καταχεριζω
  2. πιάνω κάτι, το βάζω στο χέρι μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]