χερνής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χερνής χερνῆτε χερνῆτες
Γενική χερνῆτος χερνήτοιν χερνήτων
Δοτική χερνῆτι χερνήτοιν χερνῆσι(ν)
Αιτιατική χερνῆτα χερνῆτε χερνῆτας
Κλητική χερνής χερνῆτε χερνῆτες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χερνής αρσενικό

  1. κάποιος που ζει από τα χέρια του, μεροκαματιάρης, φτωχός άνθρωπος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χερνής

  1. φτωχός, ενδεής

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]