χερούκλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χερούκλα | οι | χερούκλες |
| γενική | της | χερούκλας | — | |
| αιτιατική | τη | χερούκλα | τις | χερούκλες |
| κλητική | χερούκλα | χερούκλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χερούκλα < χέρ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -ούκλα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χερούκλα θηλυκό
- (προφορικό) μεγάλο χέρι
- ※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
- Μένης Κουμανταρέας, Δύο φορές Έλληνας, αρχική δημοσίευση: (2001), εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2025, ISBN 9786180713244, @google.gr/books
- ≈ συνώνυμα: χεράκλα
- ※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χερούκλα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με μεγεθυντικό επίθημα -ούκλα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)