χεσμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χεσμένος χεσμένη χεσμένο
γενική χεσμένου χεσμένης χεσμένου
αιτιατική χεσμένο χεσμένη χεσμένο
κλητική χεσμένε χεσμένη χεσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χεσμένοι χεσμένες χεσμένα
γενική χεσμένων χεσμένων χεσμένων
αιτιατική χεσμένους χεσμένες χεσμένα
κλητική χεσμένοι χεσμένες χεσμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χεσμένος < χέζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χεσμένος

  1. που έχει χεστεί, που βρομίστηκε με περιττώματα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]