χεῖλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χεῖλος χείλει χείλη
Γενική χείλους χειλοῖν χειλῶν
Δοτική χείλει χειλοῖν χείλεσι(ν)
Αιτιατική χεῖλος χείλει χείλη
Κλητική χεῖλος χείλει χείλη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χεῖλος ασυναίρετη γενική: χείλεος και χειλέων ( & δωρικός τύποςχῆλος & αιολικός τύποςχέλλος )

  1. το χείλος του στόματος
    ἐγέλασσε χείλεσιν (όχι με την καρδιά του)
    δάκνων τὰ χείλη (δαγκώνοντας τα χείλη του, δηλ. αμήχανος)
    χείλη προσεγγίσαι χείλεσιν (για το φιλί
  2. το στόμα
    χείλεσιν ἀμφιλάλοις
    ἐπὶ τοῖς χείλεσι τὰς ψυχὰς ἔχοντες (:με την ψυχή στο στόμα)
  3. άκρο
    μούνη δ᾽ αὐτόθι Ἐλπὶς ἐν ἀρρήκτοισι δόμοισιν ἔνδον ἔμιμνε πίθου ὑπὸ χείλεσιν, οὐδὲ θύραζε ἐξέπτη (εκεί απόμεινε μόνο η Ελπίδα μέσα σε ένα άθραυστο σπιτικό κάτω από τα χείλη του πιθαριού και δεν πέταξε έξω από την πόρτα - Ησίοδος, Εργα και Ημέραι, 97)
  4. όχθη
    αὐτὸς δὲ ἐπὶ τοῦ χείλεος τοῦ ποταμοῦ τύπτει... (αυτός δε στην όχθη του ποταμού χτυπά...)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ἀπ᾽ ἄκρου χειλέων φιλοσοφεῖν ή άλλο απαρέμφατο: επιφανειακά
  • ἀπὸ χειλέων σε αντιδιαστολή προς το ἀπὸ καρδίας
  • ἐπ᾽ ἄκρου τοῦ χείλους : στην άκρη της γλώσσας, έτοιμος να ξεστομίσει κάτι


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]