χεῖμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χεῖμα χείματε χείματα
Γενική χείματος χειμάτοιν χειμάτων
Δοτική χείματι χειμάτοιν χείμασι
Αιτιατική χεῖμα χείματε χείματα
Κλητική χεῖμα χείματε χείματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χεῖμα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰeym-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χεῖμα ουδέτερο
  1. χειμερινός καιρός, παγωνιά, κρύο
  2. θύελλα
  3. χειμώνας (ως εποχή)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]