χημεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : χυμεία, χημία, Χημία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χημεία χημείες
γενική χημείας χημειών
αιτιατική χημεία χημείες
κλητική χημεία χημείες
Ο πληθυντικός είναι σπάνιος και
χρησιμοποιείται για τη μεταφορική
σημασία της λέξης

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χημεία < γαλλική chimie < alchimie < μεσαιωνική λατινική alchemia < αραβική ال (al, “άρθρο”) + αραβική كيمياء (kīmiyā’) < ελληνιστική κοινή χυμεία < αρχαία ελληνική χῦμα < χέω, με συμφυρμό εννοιών από τις λέξεις χημία και Χημία (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χημεία θηλυκό

  1. η επιστήμη που μελετά τη σύσταση κα τη σύνθεση ουσιών καθώς και τις μεταβολές που αυτές παρουσιάζουν
  2. το μάθημα που διδάσκει τη σύσταση, τη σύνθεση και τις μεταβολές των ουσιών
    • Θα κάνουμε κοπάνα στη χημεία
  3. (μεταφορικά) η καλή σχέση μεταξύ ατόμων και προσωπικοτήτων
    • Όλοι πρόσεξαν ότι υπήρχε εξαρχής χημεία μεταξύ τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χημεία χημεία χημεῖαι
Γενική χημείας χημείαιν χημειῶν
Δοτική χημεί χημείαιν χημείαις
Αιτιατική χημείαν χημεία χημείας
Κλητική χημεία χημεία χημεῖαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χημεία θηλυκό