Μετάβαση στο περιεχόμενο

χηνώδης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χηνώδης η χηνώδης το χηνώδες
      γενική του χηνώδους της χηνώδους του χηνώδους
    αιτιατική τον χηνώδη τη χηνώδη το χηνώδες
     κλητική χηνώδη(ς) χηνώδης χηνώδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χηνώδεις οι χηνώδεις τα χηνώδη
      γενική των χηνωδών των χηνωδών των χηνωδών
    αιτιατική τους χηνώδεις τις χηνώδεις τα χηνώδη
     κλητική χηνώδεις χηνώδεις χηνώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χηνώδης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χηνώδης

Επίθετο

[επεξεργασία]

χηνώδης, -ης, -ες

  1. (παρωχημένο) που μοιάζει με χήνα
  2. (μεταφορικά, παρωχημένο) ανόητος
      18/19ος κε αιώνας Αδαμάντιος Κοραής, επιστολή ΜΣΤ', στο Απάνθισμα Επιστολών Αδαμαντίου Κοραή, Ιάκωβος Ρώτας (επιμ.), Τυπογραφία Κ. Ράλλη, Αθήνα 1839, σελ. 129. @digitallibrary.academyofathens.gr
    «Δεῖ δὲ πρὸς τοὺς ὑποκειμένους καιροὺς τὰς πράξεις θεωρεῖν». Τοῦτο δὲν εἶναι χηνῶδες, ἀλλὰ τοῦ φιλοσόφου Πλουτάρχου ὀρθὴ κρίσις, καὶ μέτρον ἀληθέστατον, μὲ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μετρῶνται καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ αἱ πράξεις των.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / χηνώδης τὸ χηνῶδες
      γενική τοῦ/τῆς χηνώδους τοῦ χηνώδους
      δοτική τῷ/τῇ χηνώδει τῷ χηνώδει
    αιτιατική τὸν/τὴν χηνώδη τὸ χηνῶδες
     κλητική ! χηνῶδες χηνῶδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ χηνώδεις τὰ χηνώδη
      γενική τῶν χηνώδων τῶν χηνώδων
      δοτική τοῖς/ταῖς χηνώδεσ(ν) τοῖς χηνώδεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς χηνώδεις τὰ χηνώδη
     κλητική ! χηνώδεις χηνώδη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ χηνώδει τὼ χηνώδει
      γεν-δοτ τοῖν χηνώδοιν τοῖν χηνώδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'μανιώδης' όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χηνώδης < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

χηνώδης, -ης, -ες (ελληνιστική κοινή)

  1. όμοιος με χήνα
  2. (μεταφορικά) ανόητος, μωρός
      2ος κε αιώνας Σέξτος ο Εμπειρικός, Adversus Mathematicos, 7.329 @scaife.perseus
    οὐ μὴν ἀλλ’ ὧς πάλιν ἐν τοῖς κατὰ τὸν βίον πράγμασιν οὐκ ἀδύνατόν ἐστιν ἕνα συνετὸν ἀμείνονα εἶναι πολλῶν ἀσυνέτων, οὕτ’ ὢ καὶ ἐν φιλοσοφίᾳ οὐκ ἀπέοικεν ἔνα φρόνιμον εἶναι καὶ διὰ τοῦτο πιστόν, πολλοὺς δὲ [*] [*] χηνώδεις καὶ διὰ τοῦτο ἀπ’ ἱστοὺς, κἂν συμφώνως τινὶ προσμαρτυρῶσιν· σπάνιος μὲν γάρ ἐστιν ὁ συνετός, πολὺς δὲ ὁ εἰκαῖος.