χηρεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χηρεία χηρείες
γενική χηρείας
αιτιατική χηρεία χηρείες
κλητική χηρεία χηρείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χηρεία < αρχαία ελληνική χηρεία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χηρεία θηλυκό

  1. η κατάσταση του άνδρα ή της γυναίκας που ο/η σύζυγος πέθανε


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χηρεία < χηρεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χηρεία θηλυκό

  1. η κατάσταση του ατόμου που ο/η σύζυγος πέθανε και που λόγω των πολέμων στην αρχαία Ελλάδα, αφορούσε πιο συχνά στη γυναίκα
    εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται (Ο Θουκιδίδης για τους νεκρούς του Πελ. Πολέμου)
    χηρείαις τὸν ἅπαντα χρόνον μείνασα (που δεν ξαναπαντρεύτηκε όταν χήρεψε)
  2. (μεταφορικά) η έλλειψη
    διὰ χηρείαν ἐπιστήμης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

χηρεία θηλυκό