χιαστό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χιαστό τα χιαστά
      γενική του χιαστού των χιαστών
    αιτιατική το χιαστό τα χιαστά
     κλητική χιαστό χιαστά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιαστό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: χιαστός < ελληνιστική κοινή χιαστός < χῖ < αρχαία ελληνική χεῖ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çi.a.ˈstɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιαστό ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

χιαστό

  1. χιαστός, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του χιαστός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

χιαστό

  1. χιαστό, στην αιτιατική του ενικού
  2. χιαστό, στην κλητική του ενικού