χιλιοφορεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]χιλιοφορεμένος
- το πολυφερεμένο ρούχο, αυτό που έχει φθαρεί επειδή κάποιος το φόρεσε πάρα πολλές φορές ή που για τον ίδιο λόγο το βαρέθηκε
- το στυλ ρούχου που το έχουν φορέσει πολλοί άλλοι άνθρωποι, που δεν θεωρείται από κάποιους αρμόζον να το φορέσουν εκείνοι επειδή ακριβώς δεν είναι μοναδικό ή έστω σπάνιο, που είναι μπανάλ
- για φράσεις, αστεία που έχουν καταντήσει βαρετά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χιλιοφορεμένος
|
|