χιμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιμώ < αρχαία ελληνική χύμα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χιμώ

  1. ορμώ, επιτίθεμαι με ορμή
    Κάποιοι γέλασαν, άλλοι σάστισαν, ένας θύμωσε και χίμηξε στο δράστη, οι σαστισμένοι ακολούθησαν.[1]
  2. επιτίθεμαι λεκτικά

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. [http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=428070 Το κίνημα της μπανάνας, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 29 Απριλίου 2014