χιονοδρόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χιονοδρόμος χιονοδρόμοι
γενική χιονοδρόμου χιονοδρόμων
αιτιατική χιονοδρόμο χιονοδρόμους
κλητική χιονοδρόμε χιονοδρόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονοδρόμος < χιονο- + -δρόμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιονοδρόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που διασχίζει γρήγορα μια χιονισμένη επιφάνεια χρησιμοποιώντας ειδικό εξοπλισμό (πέδιλα και μπαστούνι)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]