Μετάβαση στο περιεχόμενο

χιονοδρόμου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

χιονοδρόμου αρσενικό ή θηλυκό