χιονόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: χρονόμετρο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χιονόμετρο τα χιονόμετρα
      γενική του χιονομέτρου των χιονομέτρων
    αιτιατική το χιονόμετρο τα χιονόμετρα
     κλητική χιονόμετρο χιονόμετρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονόμετρο < χιονό- + -μετρο

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çɔˈnɔ.mɛ.tɾɔ/
συλλαβισμός: χιο‐νό‐με‐τρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιονόμετρο ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]