χιονόμπαλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χιονόμπαλα οι χιονόμπαλες
      γενική της χιονόμπαλας των (χιονομπαλών)
    αιτιατική τη χιονόμπαλα τις χιονόμπαλες
     κλητική χιονόμπαλα χιονόμπαλες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. χιονόμπαλα < χιόνι + μπάλα
  2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική snow globe
Δύο κορίτσια με χιονόμπαλες το 1910 στη Νεμπράσκα
Χιονόμπαλες

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιονόμπαλα θηλυκό

  1. μπάλα από χιόνι, όπως αυτές που φτιάχνουμε όταν παίζουμε χιονοπόλεμο
  2. διακοσμητική γυάλα, συνήθως σφαιρική με μινιατούρες και μικρές νιφάδες που μοιάζουν με χιόνι
  3. χριστουγεννιάτικο γλύκισμα από γάλα, ζάχαρη και ινδοκάρυδο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]