χιουμορίστας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χιουμορίστας χιουμορίστες
γενική χιουμορίστα χιουμοριστών
αιτιατική χιουμορίστα χιουμορίστες
κλητική χιουμορίστα χιουμορίστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιουμορίστας < χιούμορ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ο χιουμορίστας (el) αρσενικό, ενικός
οι χιουμορίστες (el) αρσενικό, πληθυντικός
η χιουμορίστρια (el) θηλυκό, ενικός
οι χιουμορίστριες (el) θηλυκό, πληθυντικός

  • το άτομο που διαθέτει πνεύμα, χιούμορ και προκαλεί στους γύρω του καλή διάθεση με έξυπνα αστεία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]