χιούμορ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιούμορ < αγγλική humour < παλαιά γαλλικά humor < λατινική humor / umor (υγρασία/ σωματικό υγρό) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wegw- («υγρός»)[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιούμορ ουδέτερο άκλιτο

  1. εύθυμη αντιμετώπιση μιας κατάστασης μαζί με ειρωνεία και ενδεχομένως σάτιρα
  2. δυνητικά σκωπτικός πνευματώδης αστεϊσμός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

πνεύμα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

λαϊκότροπα[επεξεργασία]
πολυλεκτικά[επεξεργασία]
  • στρατευμένο, σκληρό, πολιτικό, επιθετικό, ψυχρό χιούμορ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Δεν υπάρχει ετυμολογική συγγένεια με την αρχαία ελληνική λέξη χυμός (Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής, 2005, Β' Έκδοση)