χιών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: χῖον

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χιών

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çiˈon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χι‐ών

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιών θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χιών αἱ χιόνες
      γενική τῆς χιόνος τῶν χιόνων
      δοτική τῇ χιόν ταῖς χιόσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν χιόν τὰς χιόνᾰς
     κλητική ! χιών χιόνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χιόνε
γεν-δοτ τοῖν  χιόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κανών' όπως «κανών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéyōm < *ǵʰey- (χειμών, χειμώνας)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιών, -όνος θηλυκό

  1. (μετεωρολογία) το χιόνι
    νιφόεσσ᾽ Αἴτνα, πάνετες χιόνος ὀξείας τιθήνα
    τόν Νεῖλον ῥέειν ἀπό τηκομένης χιόνος
  2. το παγωμένο νερό από λιωμένο χιόνι
    ἡδύ θέρους . . χιών ποτόν
    ※  (2ος/3ος αιώνας κε Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, για τα ψυγεία της εποχής, ώστε να υπάρχει κρύο νερό το καλοκαίρι)
    Εὐθυκλῆς δ᾽ ἐν Ἀσώτοις ἢ Ἐπιστολῇ πρῶτος μὲν οἶδεν εἰ χιών ἐστ᾽ ὠνία....οἶδεν δὲ καὶ ὁ καλὸς Ξενοφῶν ἐν Ἀπομνημονεύμασι τὴν διὰ χιόνος πόσιν... ἐν ταῖς περὶ Ἀλέξανδρον ἱστορίαις καὶ ὅπως δεῖ χιόνα διαφυλάσσεσθαι... ὀρύξαι τριάκοντα ψυχεῖα, ἃ πληρώσαντα χιόνος παρεμβαλεῖν δρυὸς κλάδους. οὕτω γὰρ παραμένειν πλείω χρόνον τὴν χιόνα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]