χλαπακιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χλαπακιάζω < (ηχομιμητική λέξη)

Ρήμα[επεξεργασία]

χλαπακιάζω

  1. τρώω μεγάλες ποσότητες φαγητού, συνήθως λαίμαργα
    • παρατρώω ταχέως (συνήθως [αλλά όχι πάντοτε] μέχρι σκασμού) μπουκώνοντας το στόμα μου

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]