χλεμπόνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χλεμπόνα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χλεμπόνα θηλυκό

  1. υπερώριμο αγγούρι, κολοκύθα ή πεπόνι που έχει αρχίσει να σαπίζει και έχει κιτρινωπό χρώμα
  2. (μεταφορικά) κιτρινοπράσινο παχύρρευστο ρόχαλο
  3. (μεταφορικά) γυναίκα κιτρινισμένη, πελιδνή, ωχρή
    συνώνυμα: χλεμπονιάρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]