Μετάβαση στο περιεχόμενο

χλευασμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χλευασμός οι χλευασμοί
      γενική του χλευασμού των χλευασμών
    αιτιατική τον χλευασμό τους χλευασμούς
     κλητική χλευασμέ χλευασμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χλευασμός οἱ χλευασμοί
      γενική τοῦ χλευασμοῦ τῶν χλευασμῶν
      δοτική τῷ χλευασμ τοῖς χλευασμοῖς
    αιτιατική τὸν χλευασμόν τοὺς χλευασμούς
     κλητική ! χλευασμέ χλευασμοί
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χλευασμός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χλευασμός < αρχαία ελληνική χλευασμός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xle.vaˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χλευασμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χλευασμός αρσενικό

  • (λόγιο) η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χλευάζω
      Ἡ ἰδέα δὲ ὅτι ὁ πωλητὴς αὐτῶν εἶχε τὰ θυλάκια πλήρη ἐκ τῶν ἐξυβριστικῶν ἐκείνων φύλλων, ὅτι διέσπειρεν, ἐπώλει, ὡς ἔμπορος πωλῶν δηλητηριώδεις οὐσίας, τὴν ἠλίθιον συκοφαντία καὶ τοὺς ἀγρίους χλευασμοὺς ἐνέπνεεν εἰς τὸν στρατιωτικὸν τὴν ὄρεξιν νὰ ὑπάγῃ ν’ ἁρπάσῃ τὰ μιαρὰ ἐκεῖνα φύλλα καὶ νὰ τοῦ τὰ ρίψῃ διεσχισμένα κατὰ πρόσωπον. [...] οἱ κάτοικοι του Δαμμαρὶ ἀπήντων ὅτι δὲν εἶνε ἄξιος χλευασμοῦ ἀνὴρ, ὅστις ἔχει τοιαύτην εὐστοχίαν περὶ τὸ σκοπεύειν
    1888 Χαράλαμπος Ἄννινος, Ἑστία, Τόμος 26, Τεῦχος 628, Ὁ ὑποψήφιος, 7 Αυγούστου 1888 (μετάφραση έργου του Γάλλου Ιουλίου Κλαρετή)
      Ο θάνατος νεαρής γυναίκας ηλικίας 22 ετών, η οποία έγινε αντικείμενο χλευασμού από τους υπεύθυνους των υπηρεσιών πρώτων βοηθειών, που επιπλέον αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στην έκκλησή της για βοήθεια, προκάλεσε σάλο στη Γαλλία, όπου οι αρχές ξεκίνησαν έρευνα για την υπόθεση, ενώ το προσωπικό των υπηρεσιών έκτακτων περιστατικών καταγγέλλει την έλλειψη μέσων.
    2018 «Σοκ! Νεαρή πέθαινε και οι τηλεφωνητές πρώτων βοηθειών τη χλεύαζαν», 9. 5. 2018, tanea.gr, πρόσβαση: 19. 10. 2025
     συνώνυμα: κοροϊδία, καζούρα, χλεύη

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χλευασμός οἱ χλευασμοί
      γενική τοῦ χλευασμοῦ τῶν χλευασμῶν
      δοτική τῷ χλευασμ τοῖς χλευασμοῖς
    αιτιατική τὸν χλευασμόν τοὺς χλευασμούς
     κλητική ! χλευασμέ χλευασμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χλευασμώ
γεν-δοτ τοῖν  χλευασμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χλευασμός < χλευά(ζω) + -σμός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kʰleu̯.a.zmós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /xle.βaˈzmos/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: χλευασμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χλευασμός, -οῦ αρσενικό

  • χλευασμός, αστείο
      4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Περὶ τοῦ στεφάνου (Ὑπὲρ Κτησιφῶντος), 85
    Ἔστιν οὖν ὅστις ὑμῶν οἶδέ τιν᾽ αἰσχύνην τῇ πόλει συμβᾶσαν διὰ τοῦτο τὸ ψήφισμα ἢ χλευασμὸν ἢ γέλωτα, ἃ νῦν οὗτος ἔφη συμβήσεσθαι, ἂν ἐγὼ στεφανῶμαι;
    Υπάρχει λοιπόν κανένας από σας που να ξέρει ότι εξαιτίας αυτού του ψηφίσματος υπέστη η πόλη κάποια ντροπή ή χλευασμό ή περίγελο, ταπεινώσεις που ισχυριζόταν τώρα αυτός ότι θα υποστεί, αν εγώ τιμηθώ με στεφάνι;
    Μετάφραση (2012): Α.Ι. Γιαγκόπουλος, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ἀλέξανδρος, 25.2
    γενομένου δὲ χλευασμοῦ καὶ γέλωτος (ἦν γὰρ ἡ τελευταία τοῦ μηνὸς ἡμέρα), διηπορημένον αὐτὸν ἰδὼν ὁ βασιλεύς, καὶ συμφιλοτιμούμενος ἀεὶ τοῖς μαντεύμασιν, ἐκέλευε μηκέτι τριακάδα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἀλλὰ τρίτην φθίνοντος ἀριθμεῖν, καὶ τῇ σάλπιγγι σημήνας ἀπεπειρᾶτο τῶν τειχῶν ἐρρωμενέστερον ἤπερ ἐξ ἀρχῆς διενοήθη.
    Και επειδή τον χλεύαζαν και γελούσαν —γιατί ήταν η τελευταία μέρα του μήνα—, βλέποντάς τον ο Αλέξανδρος να βρίσκεται σε δύσκολη θέση και εκτιμώντας πάντοτε τις προφητείες του, έδωσε διαταγή να μην υπολογίζουν πια εκείνη την ημέρα ως τριακοστή αλλά ως εικοστή όγδοη· και αφού δόθηκε το σύνθημα με τη σάλπιγγα, επιτέθηκε στα τείχη με περισσότερη δύναμη από ό,τι αρχικά είχε σχεδιάσει.
    Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greeklanguage.gr
      2ος κε αιώνας Λουκιανός, Ἁλιεὺς ἢ Ἀναβιοῦντες, 25
    μᾶλλον δὲ καὶ μισεῖσθαι πρὸς τῶν πολλῶν ἤδη πεποίηκεν αὐτούς τε ἡμᾶς καὶ σὲ τὴν Φιλοσοφίαν, φληνάφους καὶ λήρους ἀποκαλῶν τὰ σὰ καὶ τὰ σπουδαιότατα ὧν ἡμᾶς ἐπαίδευσας ἐπὶ χλευασμῷ διεξιών
    Κι ακόμη χειρότερα, έχει κάνει ήδη τους περισσότερους να μισούν και εμάς τους ίδιους και εσένα, τη Φιλοσοφία, αποκαλώντας φλυαρίες και αερολογίες τις απόψεις σου και παρουσιάζοντας κοροϊδευτικά τα σημαντικότερα απ᾽ όσα μας δίδαξες
    Μετάφραση (2002): Δημήτρης Α. Χρηστίδης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος. @greek‑language.gr
     συνώνυμα: γέλως, χλευασία

Απόγονοι

[επεξεργασία]

χλευασμός (αρχαία ελληνικά)

καθαρεύουσα: χλευασμός
νέα ελληνικά: χλευασμός