χνοάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χνοάζω < αρχαία ελληνική χνοάζω[1]
Ρήμα
[επεξεργασία]χνοάζω, πρτ.: χνόαζα, αόρ.: χνόασα (χωρίς παθητική φωνή)
- (αρχαιοπρεπές) για νέο άνδρα που έχει αρχίσει να εμφανίζει τρίχες
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χνοάζω | χνόαζα | θα χνοάζω | να χνοάζω | χνοάζοντας | |
| β' ενικ. | χνοάζεις | χνόαζες | θα χνοάζεις | να χνοάζεις | χνόαζε | |
| γ' ενικ. | χνοάζει | χνόαζε | θα χνοάζει | να χνοάζει | ||
| α' πληθ. | χνοάζουμε | χνοάζαμε | θα χνοάζουμε | να χνοάζουμε | ||
| β' πληθ. | χνοάζετε | χνοάζατε | θα χνοάζετε | να χνοάζετε | χνοάζετε | |
| γ' πληθ. | χνοάζουν(ε) | χνόαζαν χνοάζαν(ε) |
θα χνοάζουν(ε) | να χνοάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | χνόασα | θα χνοάσω | να χνοάσω | χνοάσει | ||
| β' ενικ. | χνόασες | θα χνοάσεις | να χνοάσεις | χνόασε | ||
| γ' ενικ. | χνόασε | θα χνοάσει | να χνοάσει | |||
| α' πληθ. | χνοάσαμε | θα χνοάσουμε | να χνοάσουμε | |||
| β' πληθ. | χνοάσατε | θα χνοάσετε | να χνοάσετε | χνοάστε | ||
| γ' πληθ. | χνόασαν χνοάσαν(ε) |
θα χνοάσουν(ε) | να χνοάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω χνοάσει | είχα χνοάσει | θα έχω χνοάσει | να έχω χνοάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις χνοάσει | είχες χνοάσει | θα έχεις χνοάσει | να έχεις χνοάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει χνοάσει | είχε χνοάσει | θα έχει χνοάσει | να έχει χνοάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε χνοάσει | είχαμε χνοάσει | θα έχουμε χνοάσει | να έχουμε χνοάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε χνοάσει | είχατε χνοάσει | θα έχετε χνοάσει | να έχετε χνοάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν χνοάσει | είχαν χνοάσει | θα έχουν χνοάσει | να έχουν χνοάσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χνοάζω
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χνοάζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)