χοίρειος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | χοίρειος | η | χοίρεια | το | χοίρειο |
| γενική | του | χοίρειου | της | χοίρειας | του | χοίρειου |
| αιτιατική | τον | χοίρειο | τη | χοίρεια | το | χοίρειο |
| κλητική | χοίρειε | χοίρεια | χοίρειο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | χοίρειοι | οι | χοίρειες | τα | χοίρεια |
| γενική | των | χοίρειων | των | χοίρειων | των | χοίρειων |
| αιτιατική | τους | χοίρειους | τις | χοίρειες | τα | χοίρεια |
| κλητική | χοίρειοι | χοίρειες | χοίρεια | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χοίρειος < αρχαία ελληνική χοίρειος
Επίθετο
[επεξεργασία]χοίρειος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χοίρειος
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χοίρειος < χοῖρος
Επίθετο
[επεξεργασία]χοίρειος, -α, -ον ( & χοίρεος, ος, ον)
- κρέα χοίρεια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χοίρειος
- χοίρειον φαγεῖν στον Όμηρο και σε άλλο σημείο χοίρεα πάλι ως ουσιαστικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χοίρειος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χοίρειος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)