χοηφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοηφόρος < αρχαία ελληνική χοηφόρος χοή και φέρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χοηφόρος

  • εκείνος που προσέφερε σπονδές σε νεκρούς στην αρχαία Ελλάδα, που έφερε τη χοή για προσφορά
  • με κεφαλαίο, στον πληθυντικό, τραγωδία του Αισχύλου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]